Εισήγηση του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ, κ. Γ. Καββαθά επί της Διαγνωστικής Έκθεσης του ILO για την Αδήλωτη Εργασία

6-7-2016

ELECTRA PALACE

Κυρίες και κύριοι,

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να συγχαρώ την συντακτική ομάδα του ILO για την εργασία της. Είναι προφανές ότι επιτελέστηκε σημαντικό έργο για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ασχέτως εάν συμφωνούμε η διαφωνούμε με τις διαπιστώσεις ή/και τις προτάσεις.

Εάν με ρωτούσε κάποιος πόση είναι αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα ; Ποια είναι η φύση της ; και Πως μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε ;  Η απάντηση θα ήταν: Δεν ξέρω.

Καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ένα ζήτημα που είναι σύνθετο και προφανώς αλληλένδετο με μια σειρά άλλων δυσμενών καταστάσεων. Στην έκθεση φαίνεται ότι τα Κράτη που έχουν αντιμετωπίσει ικανοποιητικά το φαινόμενο αυτό δεν αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Αναφέρεται άλλωστε ξεκάθαρα ότι εκείνο που απαιτείται είναι να επιστρέψουμε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε τα οφέλη από αυτήν την προοπτική να διαχυθούν στο σύνολο της οικονομίας και κοινωνίας. Άρα αυτό που πρωτίστως απαιτείται είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος φιλικού προς την επιχειρηματικότητα.

Θα ξεκινήσω λοιπόν την εισήγηση μου αποτυπώνοντας κατ’ αρχάς την δεινή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των ακολουθούμενων πολιτικών.

Τα τελευταία 8 χρόνια η ελληνική οικονομία απώλεσε πάνω από το 1 / 4 του ΑΕΠ, γεγονός πρωτοφανές για μία οικονομία σε ειρηνική περίοδο. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα πάνω από 250.000 επιχειρήσεις έπαψαν να λειτουργούν. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα τελευταία χρόνια συντελέστηκε ένα είδος γενοκτονίας της μικρής και πολύ μικρής επιχειρηματικότητας στην πατρίδα μας.  Για πολλούς μάλιστα από τους συναδέλφους μας, οι οποίοι δεν είναι πλέον ενεργοί, το δράμα δεν σταμάτησε με το κλείσιμο της επιχείρησής τους. Αρκετοί από αυτούς έχουν βρεθεί σε κατάσταση ακραίας φτώχειας, ενώ οι αυτοκτονίες συναδέλφων που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους είναι δυστυχώς συχνό φαινόμενο. Την ίδια στιγμή τα ονόματά τους και οι επωνυμίες των επιχειρήσεών τους φιγουράρουν στους καταλόγους και στις λίστες των οφειλετών του δημοσίου, των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και των τραπεζών.

Παράλληλα η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα Τρίτο Μνημόνιο με τα ίδια χαρακτηριστικά, τα ίδια συστατικά με τα προηγούμενα. Περισσότερους φόρους, περισσότερα τέλη, περισσότερες εισφορές. Με λίγα λόγια περισσότερα βάρη τόσο για τις ΜμΕ όσο και για το σύνολο της κοινωνίας. Στην παρούσα όμως συγκυρία υπάρχει μια σημαντική διάφορα : η εξαντλημένη ελληνική οικονομία, δεν έχει πλέον τις ίδιες αντοχές και τα ίδια περιθώρια ανάκαμψης. Και αυτή τη φορά, είμαστε και εμείς περισσότερο υποψιασμένοι σε σύγκριση με το παρελθόν, στις υποσχέσεις που κάθε φορά μας δίνονται.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ οι μακροοικονομικές επιδόσεις παραμένουν ασθενικές. Η επενδυτική δραστηριότητα παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, οι προοπτικές απασχόλησης είναι περιορισμένες, ενώ τα υπέρογκα φορολογικά βάρη καθιστούν μη ανταγωνιστικές τις ελληνικές επιχειρήσεις. Η επιχειρηματική αποψίλωση συνεχίζεται με την μεταπήδηση επιχειρήσεων, ή μελών επιχειρήσεων στον άτυπο τομέα της οικονομίας, ενώ πολλές μεσαίες επιχειρήσεις ανιχνεύουν τη δυνατότητα μεταφοράς έδρας σε άλλη χώρα, ακολουθώντας ένα δρόμο επιχειρηματικής προσφυγιάς.

Ο κίνδυνος, να εξουδετερωθούν οι όποιες προσπάθειες για ανάκαμψη της οικονομίας εξαιτίας των αυστηρών στόχων της δημοσιονομικής πολιτικής, είναι για μια ακόμα φορά υπαρκτός. Ιδιαίτερα σε μία οικονομία στην οποία τα φορολογικά βάρη έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών της. Άλλωστε, η εμπειρία έχει δείξει και αυτό έχει αποτυπωθεί σε έρευνες που έχουν διενεργηθεί για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι το πιο αποτελεσματικό μέσο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι απλό:  πάγιο και δίκαιο φορολογικό σύστημα, καθώς και ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, ως όμως μηχανισμών συμμόρφωσης και ως εργαλείο χάραξης πολιτικής και όχι μόνο ως μηχανισμός επιβολής προστίμων.

Με άλλα λόγια για όσο χρονικό διάστημα το φορολογικό σύστημα αντιμετωπίζει τον φορολογούμενο ως ένοχο, ο φορολογούμενος θα σκαρφίζεται τεχνάσματα ώστε να μετατρέπει τη φοροδιαφυγή σε «νόμιμη» φοροαποφυγή.

Και θα πρέπει εδώ να σημειώσω μια σημαντική διαφορά. Είναι άλλο πράγμα η φοροδιαφυγή ή εισφοροδιαφυγή και άλλο πράγμα η φοροαδυναμία ή εισφοροαδυναμία. Τα τελευταία χρόνια τείνουμε αυτά τα 2 να τα συγχέουμε. Αυτός που έχει βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο δεν προσπαθεί να τις κρύψει. Στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων αδυνατεί να τις καταβάλει. Το να αντιμετωπίζουμε αυτούς τους ανθρώπους ως φοροφυγάδες είναι ανάλγητο.

Θα σας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να γίνει αυτό απόλυτα κατανοητό. Το 2008 προ κρίσης οι οφειλέτες στον ΟΑΕΕ άγγιζαν το 15% περίπου των ασφαλισμένων. Τότε εκτιμούσαμε ότι το 10% ήταν επιχειρηματίες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες και το 5% κατ’ επάγγελμα κακοπληρωτές. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει εκτιναχθεί στο 50% των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ, δηλαδή σε 322.000 ανθρώπους, χωρίς μάλιστα να αναφέρομε σε αυτούς που έχουν διακόψει την επιχειρηματική τους δραστηριότητα και είναι ακόμα 230.000. Είναι προφανές ότι η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων δεν έχει πάψει να πληρώνει από ασυνειδησία αλλά από αδυναμία.

Άρα το να θεωρούμε ότι η υψηλή φορολόγηση δεν επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και δεν εντείνει φαινόμενα όπως της αδήλωτης εργασίας όταν μάλιστα οι παρεχόμενες υπηρεσίες υπολείπονται της αξίας των εισφορών χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Ωστόσο δεν μπορούμε να μην συμφωνήσουμε με την παραδοχή ότι η μη συμμόρφωση των πολιτών στους κανόνες που θέτει η πολιτεία οφείλεται στην χαμηλή ποιότητα διακυβέρνησης, στην διαφθορά και στην ανελαστικότητα του δημοσίου.  Δυο παραδείγματα θα δώσω ως προς αυτό. Το πρώτο σχετίζεται με την ανελαστικότητα του δημοσίου και ενδεχομένως και με ζητήματα διαφθοράς. Όταν ο πολίτης οφείλει στο δημόσιο τότε είναι υποχρεωμένος να καταβάλει εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου τις οφειλές του. Αντίθετα όταν το δημόσιο οφείλει στον πολίτη δεν υπάρχει χρονικός προσδιορισμός εξόφλησης, για να μην αναφερθώ και στην σχετική γραφειοκρατία που υποβάλλεται. Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με την χαμηλή ποιότητας διακυβέρνησης και είναι πρόσφατο. Στον νέο ενιαίο ασφαλιστικό οργανισμό, τον ΕΦΚΑ, δεν προβλέπεται ξεκάθαρα η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο ΔΣ του οργανισμού. Με άλλα λόγια οι κύριοι χρηματοδότες και παράλληλα οι χρήστες δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής στην λήψη αποφάσεων και στον έλεγχο του οργανισμού. Και θέλω να πιστεύω ότι η αστοχία αυτή θα διορθωθεί.

Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές κυβερνήσεις επιφυλάσσουν έναν όλο και πιο υποβαθμισμένο ρόλο για τους κοινωνικούς εταίρους. Η κατάργηση των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων αποτέλεσε την αρχή. Και φαίνεται πως το τελευταίο διάστημα κυριαρχεί μια τάση υποκατάστασης του ρόλου τους από άλλους δημόσιους φορείς. Δεν ξέρω εάν αυτό είναι αποτέλεσμα ιδεοληψίας ή δικής μας «κακής» συμπεριφοράς ή και των δυο. Οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν μια δύσκολη κατάσταση θέτοντας κανόνες για την αναδιαμόρφωση της οικονομικής πραγματικότητας. Εμείς όμως είμαστε αυτή η πραγματικότητα. Και θεωρούμε ότι το βασικό πρόβλημα για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, είναι η εσωστρέφεια και η διαφθορά. Ένας κλειστός κύκλος “γνωριμιών”  δεν μπορεί να αποτελεί την βάση της Ελληνικής Οικονομίας. Και αυτή η αντίληψη προσδιορίζει και τις αντιδράσεις της ΓΣΕΒΕΕ, της μεγαλύτερης τριτοβάθμιας εργοδοτικής οργάνωσης ΜμΕ και αυτοαπασχολούμενων στην Ελλάδα.

Διαχρονικά, οι ΜμΕ στην Ελλάδα έχουν χαρακτηριστεί από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς αλλά και από την τρέχουσα δημοσιότητα σαν η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις ή / και τις σκοπιμότητες που αυτός ο χαρακτηρισμός εξυπηρετούσε κάθε φορά, η παρομοίωση των ΜμΕ με τη ραχοκοκαλιά, δηλαδή με τη σπονδυλική στήλη της ελληνικής οικονομίας περιέχει αλήθειες που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά και στοιχεία που δεν αντιστοιχούν με την πραγματικότητα. Επομένως, προκειμένου να αναδειχθούν τόσο η συμβολή των ΜμΕ στην ελληνική οικονομία όσο και οι δυνατότητες και οι προοπτικές ανάπτυξης που έχουν, ώστε να καταπολεμήσουμε και φαινόμενα όπως της αδήλωτης εργασίας, οφείλουμε να αναφερθούμε και στις αλήθειες αλλά και στις αναλήθειες που κρύβονται πίσω από αυτόν τον χαρακτηρισμό.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με την θετική διάσταση από τις αλήθειες. Γιατί οι ελληνικές ΜμΕ συνιστούν πράγματι τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας;

      Ο πρώτος λόγος, δεν είναι άλλος από το απλό γεγονός ότι με τον διαρκώς συρρικνωμένο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, οι ελληνικές ΜμΕ είναι ο μεγαλύτερος από πλευράς όγκου απασχόλησης εργοδότης της ελληνικής οικονομίας όπως αναφέρεται άλλωστε και στην έκθεσή σας. Επομένως, και αυτό ισχύει διαχρονικά, οι ελληνικές ΜμΕ αποδεικνύουν τη συμβολή τους στην ελληνική οικονομία με την ανάλογη και αξιοσημείωτη συμβολή τους στην απασχόληση. Ακόμα και στην περίοδο της κρίσης, όσες από τις ΜμΕ άντεξαν έδειξαν συγκράτηση στον αριθμό των απασχολουμένων, όπως άλλωστε δείχνουν και οι εξαμηνιαίες έρευνες κλίματος του ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ.

   Ο δεύτερος λόγος, για τον οποίο οι ελληνικές ΜμΕ αποτελούν πράγματι την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, σχετίζεται με το ρόλο που αυτές οι επιχειρήσεις διαδραματίζουν ως παράγοντας κοινωνικής συνοχής και διατήρησης του κοινωνικού ιστού της χώρας μας. Ο ρόλος αυτός αναδεικνύεται από μια ιδιομορφία της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με άλλες ανάλογου επιπέδου οικονομίες της Ευρώπης. Πιο συγκεκριμένα, περίπου το 30 % των απασχολουμένων στην ελληνική οικονομία είναι, σύμφωνα και με την έκθεση, αυτοαπασχολούμενοι. Εάν το στοιχείο αυτό συνδυασθεί με το γεγονός ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις που απασχολούν από 0 έως 9 άτομα αποτελούν το 97 % των ελληνικών επιχειρήσεων, έρχεται στο φως μία διαφορετική πτυχή της ελληνικής οικονομίας. Εκείνο το είδος της επιχειρηματικής δράσης που κυρίως σχετίζεται με την αυτοαπασχόληση ή τις πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και συχνά χαρακτηρίζεται με τον όρο «επιχειρηματικότητα ανάγκης». Αυτό γίνεται  ώστε να αντιδιαστέλλεται από τη γνήσια «επιχειρηματικότητα ευκαιρίας». Πολλές φορές, όμως, η χρήση αυτής της αντιδιαστολής καταλήγει σε υπερβολές του τύπου «οι ΜμΕ στην Ελλάδα είναι πάρα πολλές και είναι ανάγκη οι μισές από αυτές να κλείσουν». Και είναι υπερβολές επειδή εάν εξαιρεθούν τα προβλήματα της χαμηλής τους παραγωγικότητας, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις συνιστούν ένα είδος «οιονεί μισθωτής απασχόλησης», η οποία στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας εμφανίζεται υπό τη μορφή της αυτοαπασχόλησης ή / και της απασχόλησης σε πολύ μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η συμβολή αυτού του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην κοινωνική συνοχή γίνεται φανερή με τη βοήθεια ενός νοητικού πειράματος. Έτσι, εάν δεν υπήρχε καθόλου αυτή η επιχειρηματική δραστηριότητα, πόσες επενδύσεις ιδιωτικές και δημόσιες θα χρειάζονταν ώστε να απασχοληθούν αυτά τα άτομα, τα οποία υπολογίζονται στις 750.000, είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα; Και τι χρονικό διάστημα θα απαιτούνταν ώστε να απορροφηθεί παραγωγικά αυτός ο πλεονάζων πληθυσμός;

Η επιχειρηματικότητα ανάγκης δεν είναι κάτι που η ΓΣΕΒΕΕ ενθαρρύνει. Είτε αυτή εκδηλώνεται μέσω αυτοαπασχόλησης είτε όχι εμπεριέχει μεγάλο μέρος της αδήλωτης απασχόλησης. Μάλιστα πριν την κρίση η ΓΣΕΒΕΕ αντιμετώπιζε την κατάσταση αυτή ως ένα εξαιρετικά αρνητικό φαινόμενο που επηρέαζε δυσμενώς τον υγιή ανταγωνισμό. Στην παρούσα όμως συγκυρία που αρκετές υγιείς επιχειρήσεις λειτουργούν με αυτούς τους όρους είναι αναγκαίο να βρεθούν ρεαλιστικοί τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος. Δεδομένου μάλιστα ότι η ύφεση επιμένει διατηρώντας τα ποσοστά ανεργίας σε πρωτοφανή επίπεδα ίσως θα ήταν προτιμότερο να υιοθετηθούν ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης που να επιδοτούν το μη μισθολογικό κόστος του υφιστάμενου προσωπικού μιας επιχείρησης. Αυτό εκτός ότι θα βοηθήσει στην διακράτηση των θέσεων εργασίας πιθανόν να ανοίξει και νέες συγκρατώντας η/και μειώνοντας  την ένταση της αδήλωτης απασχόλησης.

Η επέκταση και απλοποίηση του εργόσημου επίσης μπορεί να είναι ένα μέτρο που θα μπορούσε να βοηθήσει όπως και κάποιες από τις καλές πρακτικές που εμπεριέχονται στην έκθεση. Σημειώστε ότι η πιο σημαντική αιτιολογία μη υιοθέτησης του εργόσημου μέχρι σήμερα είναι ότι θα οδηγήσει σε επέκταση των ελαστικών μορφών εργασίας. Αυτό ωστόσο είναι ήδη μια πραγματικότητα. Το προηγούμενο εξάμηνο σύμφωνα με στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ από τις 1.020.000 προσλήψεις το 40% ήταν πλήρους απασχόλησης, το 40 % μερικής και το 20% εκ περιτροπής. Επιπροσθέτως κατά το ίδιο διάστημα υπήρξαν 1.150.000 αποχωρήσεις-καταγγελίες. Αυτή η κολοσσιαία κινητικότητα (flexibility) δείχνει και την ελαστικότητα και ευελιξία της αγοράς εργασίας. Κατά συνέπεια η επέκταση και απλοποίηση χρήσης του εργόσημου δεν θα μεταβάλλει την αγορά εργασίας, αλλά πιθανός θα απορροφήσει ένα μέρος της αδήλωτης εργασίας και θα απαλλάξει τους εργοδότες από το υψηλό διοικητικό και γραφειοκρατικό κόστος συμμόρφωσης (αναγγελία προσλήψεων κλπ) και παράλληλα τον φόβο που δημιουργεί το υψηλό πρόστιμο των 10500 € που αποτελεί και ανασχετικό παράγοντα για αρκετούς εργοδότες να προσλάβουν εργαζόμενους για περιστασιακή απασχόληση.

  Γενικά στις προτάσεις μας δεν πρέπει να αγνοούμε τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα που κουβαλάει η ίδια η ελληνική οικονομία ανεξάρτητα από την κρίση και έχουν σχέση με την παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια ως παράγοντες δημιουργίας σταθερών και δηλωμένων θέσεων απασχόλησης.

   Είναι γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών ΜμΕ εξαρτά τον κύκλο εργασιών και κατ’ επέκταση τα έσοδά της αποκλειστικά από την εγχώρια ζήτηση. Για αρκετές δεκαετίες οι ελληνικές ΜμΕ δεν είχαν δείξει επαρκή ή αν θέλετε σημαντικά στοιχεία εξωστρέφειας. Το στοιχείο αυτό διαμόρφωσε εδώ και δεκαετίες τον πολύ στενό επιχειρηματικό ορίζοντα των ελληνικών ΜμΕ, ο οποίος τις περισσότερες φορές δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο εγχώριας αγοράς αλλά σε τοπικό επίπεδο ή επίπεδο γειτονιάς. Σε ποιο βαθμό, όμως, αυτή η παθογένεια οφείλεται σε επιχειρηματικές επιλογές και σε ποιο βαθμό σχετίζεται με ένα άλλο χρόνιο διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, που δεν είναι άλλο από το ελλειμματικό της εξωτερικό ισοζύγιο; Ή, ακόμα, σε ποιο βαθμό, η ίδια παθογένεια σχετίζεται με ένα άλλο γεγονός, δηλαδή με το ότι τα ¾ των ξένων άμεσων επενδύσεων που έχουν υλοποιηθεί από μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους της αλλοδαπής στην ελληνική οικονομία για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έχει σταθερά προσανατολιστεί και αυτό στην εγχώρια αγορά;

   Ένα άλλο στοιχείο είναι η χαμηλή παραγωγικότητα που επιδεικνύουν για αρκετές δεκαετίες οι ελληνικές ΜμΕ. Η χαμηλή παραγωγικότητα, όμως, δεν είναι συνάρτηση αποκλειστικά και μόνο του μεγέθους αυτών των επιχειρήσεων, όπως αρκετοί πασχίζουν να μας πείσουν. Ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι απλουστευτικός εάν δεν είναι αφελής. Από εκτιμήσεις που έχουν γίνει στο ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, η χαμηλή παραγωγικότητα στις ελληνικές ΜμΕ γενικά είναι συνάρτηση αφενός του λειτουργικού κόστους και αφετέρου της διάρθρωσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας στο εσωτερικό της κάθε επιχείρησης. Αυτές είναι, οπωσδήποτε, κάποιες πρώτες οριζόντιες, ας μου επιτραπεί ο όρος, εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει στη συνέχεια να εξειδικευθούν και να παραμετροποιηθούν σε επίπεδο κλάδου οικονομικής δραστηριότητας.

    Σε κάθε περίπτωση, όμως, από αυτές τις δύο επισημάνσεις είναι δυνατό να ιχνηλατήσουμε και εκείνες τις δέσμες των διαρθρωτικών μέτρων, οι οποίες – εφόσον υλοποιηθούν – είναι δυνατό να καταστήσουν τις ελληνικές ΜμΕ όχημα για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας που αποτελεί έναν κρίσιμο παράγοντα για την καταπολέμηση και της αδήλωτης εργασίας.

   Ειδικότερα:

Μια πρώτη δέσμη διαρθρωτικών μέτρων οφείλει να είναι προσανατολισμένη στην ενθάρρυνση του σχηματισμού και της λειτουργίας συστάδων επιχειρήσεων από τις πιο απλές τους μορφές, που είναι οι κατά περίπτωση ή ad hoc συστάδες, μέχρι την πιο σύνθετή τους μορφή, όπως είναι για παράδειγμα στον κλάδο του τουρισμού η δημιουργία εναλλακτικών all inclusive όχι μονάδων αλλά περιοχών. Δεν πρέπει στο σημείο αυτό να παραλείψω ότι το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο στήριξε με τις υπηρεσίες του το σχηματισμό και τη δημιουργία 20 περίπου διαφορετικών συστάδων επιχειρήσεων, τόσο στο Δήμο Αθηναίων, όσο και σε πανελλαδικό επίπεδο.

Μια δεύτερη, τώρα, δέσμη διαθρωτικών μέτρων οφείλει να είναι προσανατολισμένη στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών ΜμΕ και αυτό το αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με την ανάπτυξη θεσμών, μηχανισμών και καινοτομικών πολιτικών. 

Σήμερα η καινοτομία αποτελεί θεμελιώδη παράμετρο της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, τόσο σε τεχνολογικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο λειτουργίας, επιχειρηματικής οργάνωσης και ανάπτυξης.

Επιπλέον, βασική παράμετρος καθορισμού της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων, και της καινοτομικής τους ικανότητας, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι το ευρύτερο επιχειρηματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνται. 

Η οικονομική κρίση αποτέλεσε μια καθοριστική παράμετρο, για την ανάπτυξη της καινοτομικής δραστηριότητας και οδήγησε σε συγκεκριμένες αντιφάσεις. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αντιφάσεις αφορά στο γεγονός ότι ενώ η «καινοτομία» αποτελεί πλέον «πολυτέλεια» για τις περισσότερες μικρές επιχειρήσεις, την ίδια στιγμή η ίδια η «καινοτομία» αποτελεί μια βασική προϋπόθεση για τις μικρές επιχειρήσεις στη διαδικασία αναζήτησης διεξόδων από την παρούσα οικονομική κρίση.

Με άλλα λόγια, το τμήμα αυτό της οικονομίας που αυτή τη στιγμή έχει περισσότερη ανάγκη από γνώσεις, τεχνολογία και καινοτόμες προσεγγίσεις οργάνωσης, είναι ταυτόχρονα και αυτό που ελλείψει πόρων και δομημένων μηχανισμών υποστήριξης αδυνατεί συχνά να αναπτύξει σχετικές δραστηριότητες με καινοτομικό περιεχόμενο.

Οι παραπάνω λόγοι αποτελέσαν τεκμήρια που καθοδήγησαν, το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο στην στήριξη και ενθάρρυνση καινοτομικών δραστηριοτήτων στις μικρές επιχειρήσεις μέσω της Μονάδας Καινοτομίας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, που βρήκε ευρεία ανταπόκριση από τις ΜμΕ.

Μια τρίτη δέσμη διαθρωτικών μέτρων πρέπει να είναι προσανατολισμένη στην διευκόλυνση της πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων, σε χρηματοδότηση, στις δημόσιες συμβάσεις και στα ευρωπαϊκά προγράμματα.

Είναι γνωστό ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των μικρών επιχειρήσεων είναι η έλλειψη ρευστότητας και πρόσβασης στης χρηματοδότησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από όλες τις έρευνες κλίματος του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, ανεξάρτητα την οικονομική συγκυρία και τα ποσοστά αισιοδοξίας-απαισιοδοξίας, όπου προκύπτει σταθερά μια αναφορά (άνω του 70%) αρνητικών επιδόσεων σχετικά με τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.

Τα παραπάνω προϋποθέτουν πολιτικές διευκόλυνσης και όχι περιορισμού της λειτουργίας των ΜμΕ.   Προϋποθέτουν επίσης την παραδοχή της πραγματικότητας ότι η διάρθρωση της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα με τις πολλές μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν θα αλλάξει. Οι επιπτώσεις από το κλείσιμο 250000 επιχειρήσεων το προηγούμενο διάστημα και την απώλεια 800000 θέσεων απασχόλησης που προκάλεσε είναι γνώστες. Μια ανάλογη μεγέθους καταστροφή θα δώσει την χαριστική βολή στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Ως εκ τούτου μέτρα όπως το ελάχιστο  απαιτούμενο προσωπικό σε μια επιχείρηση, ή η χρήση ηλεκτρονικής κάρτας ή η επιβολή ηλεκτρονικών συναλλαγών χωρίς την απαραίτητη προετοιμασία και προϋποθέσεις όπως ο ακατάσχετος λογαριασμός δεν βοηθούν ούτε στην ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας ούτε στην αντιμετώπιση της αδήλωτης απασχόλησης.

Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω μια σύντομη αναφορά στο πιλοτικό πρόγραμμα που θα ακολουθήσει. Ομολογώ ότι δεν έχουμε κατανοήσει ακόμα τι ακριβώς θα γίνει στο πρόγραμμα αυτό. Το ερώτημα που μας έχει τεθεί ως προς αυτό είναι το που. Δεν ξέρουμε όμως το πώς. Στο δικό μας συλλογισμό το πιλοτικό πρόγραμμα θα πρέπει να κάνει αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε τώρα. Δηλαδή να κατανοήσουμε την έκταση, την φύση και τους παράγοντες ώθησης της αδήλωτης απασχόλησης. Το γιατί δηλαδή. Μας δίνεται δηλαδή μια πρώτης τάξεως ευκαιρία αξιοποιώντας την πολύτιμη εμπειρίας σας να διαγνώσουμε εις βάθος το ζήτημα της αδήλωτης εργασίας στην Ελλάδα.

Το επόμενο διάστημα θα σας στείλουμε αναλυτικά σχόλια και παρατηρήσεις επί της διαγνωστικής έκθεσης σημειώνοντας τόσο τα σημεία που παρουσιάζουν  ενδιαφέρον όσο και εκείνα που διατηρούμε σημαντικές επιφυλάξεις.

Σας ευχαριστώ πολύ