Συνάντηση του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ με την Υφυπουργό Οικονομικών κα. Κ. Παπανάτσιου

Πραγματοποιήθηκε σήμερα συνάντηση του Προέδρου της ΓΣΕΒΕΕ Γ. Καββαθά με την Υφυπουργό Οικονομικών κα. Κ. Παπανάτσιου, προκειμένου να συζητηθούν επίκαιρα θέματα φορολογικής διοίκησης που αφορούν τις μικρές επιχειρήσεις.

Ο Πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ επανέθεσε το επιτακτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πολλές επιχειρήσεις σχετικά με την υποχρεωτική εγκατάσταση τερματικών μηχανών POS ως την 27η Ιουλίου 2017,  καθώς παρουσιάζονται φαινόμενα άρνησης των πιστωτικών ιδρυμάτων να χορηγήσουν τερματικά ή να διευκολύνουν ιδιαίτερα τις μικρές επιχειρήσεις για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Παράλληλα, εξ αιτίας της ανυπαρξίας πρόβλεψης ενός ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού και του υψηλού αριθμού κατασχέσεων και δεσμεύσεων λογαριασμών, οι επιχειρήσεις εμφανίζονται αρκετά επιφυλακτικές ως προς την υιοθέτηση ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής, ενώ και το κόστος προσαρμογής δεν είναι αμελητέο.

Ο κ. Καββαθάς επισήμανε επίσης την ανάγκη να διαμορφωθούν ευνοϊκότεροι όροι τήρησης των ρυθμίσεων οφειλών, υπογράμμισε την αξία της ρύθμισης των 72/100 δόσεων που είχε ψηφιστεί στο παρελθόν και έθεσε το ζήτημα της αποτελεσματικής διευθέτησης των συμψηφισμών οφειλών δημοσίου και ιδιωτών, καθώς και την καθιέρωση αφορολόγητου ορίου για τους επαγγελματίες.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε κλίμα αμοιβαίας κατανόησης, η Υφυπουργός δήλωσε ότι η υποστήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί προτεραιότητα του Υπουργείου και ότι το επιτελείο της επεξεργάζεται σχέδια για την απλούστευση και διευκόλυνση των φορολογικών διαδικασιών, προς όφελος των μικρών επιχειρήσεων και επαγγελματιών.

Η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί στρατηγικό στόχο τη μετάβαση στη ψηφιακή εποχή και τη διάδοση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, όμως υπογραμμίζει ότι στην παρούσα φάση ελλοχεύουν σημαντικοί κίνδυνοι από την ανυπαρξία ενός πλαισίου προστασίας των μικρών επιχειρήσεων, πολλές από τις οποίες εξ αιτίας των πολλαπλών σωρευτικών επιβαρύνσεων από το 2010, τείνουν να προτιμούν την επίσημη παύση των δραστηριοτήτων και επιλέγουν τη μεταφορά τους στον άτυπο τομέα της οικονομίας, με προφανείς συνέπειες για τα φορολογικά έσοδα, τον υγιή ανταγωνισμό και την χρηματοπιστωτική ευστάθεια. Η ΓΣΕΒΕΕ καλεί τις αρμόδιες αρχές (φορολογική διοίκηση και ΓΓ Εμπορίου) και τις τράπεζες να αναλάβουν πρωτοβουλίες για τη διευκόλυνση και τη μείωση του κόστους μετάβασης των επιχειρήσεων στη νέα ψηφιακή εποχή. Τα τερματικά μηχανήματα POS πρέπει να είναι εργαλεία μεταρρύθμισης και όχι μέσα απόσπασης κερδών και μεριδίων αγοράς από μικρές επιχειρήσεις.   

Το πλήρες κείμενο του υπομνήματος έχει ως εξής:

Προτάσεις- Θέσεις ΓΣΕΒΕΕ

ΘΕΜΑΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Οι μικρές επιχειρήσεις, παρά τα σημαντικά προβλήματα που αντιμετώπισαν με την εφαρμογή των capital controls και τη διάρρηξη του συστήματος άτυπων πληρωμών που συνέβη τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι επέδειξαν υψηλό βαθμό ετοιμότητας. Παρά το γεγονός ότι επλήγησαν σημαντικά και ετεροβαρώς από τον τρόπο εφαρμογής των κεφαλαιακών περιορισμών  (capital controls), χάνοντας σημαντικά μερίδια αγοράς, και έχοντας επιβαρυνθεί με σημαντικές προμήθειες και χρεώσεις επί του τζίρου για την προμήθεια και χρήση τερματικών μηχανών, οι μικρές επιχειρήσεις κατάφεραν να ενσωματώσουν στη λειτουργία τους τη χρήση ηλεκτρονικού/ πλαστικού χρήματος ανταποκρινόμενες στις νέες ανάγκες της αγοράς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το ποσοστό των επιχειρήσεων που διατηρεί ηλεκτρονική τραπεζική και τερματικό μηχάνημα POS για συναλλαγές λιανικής, έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με τον Ιούλιο του 2015 (με την έναρξη των capitalcontrols). Από το 28,1% τον Ιούλιο του 2015, το ποσοστό των επιχειρήσεων που διέθεταν POS το Φεβρουάριο του 2017 ανήλθε σε 52,4%.

 

 

Εντούτοις, παρατηρείται σταδιακά μια σημαντική επιβράδυνση της υιοθέτησης ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής από τις επιχειρήσεις, παρά το γεγονός ότι οι καταναλωτές έχουν αρχίσει να προσαρμόζονται στη νέα ψηφιακή πραγματικότητα (στο τελευταίο εξάμηνο η τάση αύξησης ήταν πολύ ασθενική, από 49% σε 52,4%).

Επιπρόσθετα, παραμένει ασαφές κατά πόσο αυξάνεται το μερίδιο του κύκλου εργασιών που διεξάγεται μέσα από ηλεκτρονικές πληρωμές, ιδιαίτερα στις μικρές επιχειρήσεις, ο οποίος κυμαίνεται ανάλογα με το ρυθμό αύξησης των φορολογικών υποχρεώσεων και των διαδικασιών κατάσχεσης εις χείρας τρίτων. Στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, διαπιστώθηκε ότι το 33% του τζίρου των μικρών επιχειρήσεων διεξάγεται μέσα από τη χρήση POS. 

Γενικά, η απουσία ενός ουσιαστικού μηχανισμού φορολογικών κινήτρων για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές φαίνεται ότι επιδρά αρνητικά στην υιοθέτηση φιλικών συναλλακτικών συμπεριφορών προς τα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Οι κίνδυνοι κατασχέσεων δημιουργούν ένα σπιράλ αποστασιοποίησης πολλών μικρών επιχειρήσεων από το επίσημο τραπεζικό σύστημα και αποφυγής συμβατικών τρόπων συναλλαγής.

Σε έρευνα που έχει διεξαχθεί μεταξύ μελών ομοσπονδιών και πρωτοβάθμιων οργανώσεων, προέκυψαν τα εξής ζητήματα:

  1. Οι τράπεζες καθυστερούν στην έκδοση τερματικού μηχανήματος, όταν αξιολογούν ότι η επιχείρηση δεν αποτελεί ελκυστικό πελάτη. Η υποχρεωτική εφαρμογή του μέτρου εγκατάστασης τερματικού ως τις 27 Ιουλίου σε ορισμένες ομάδες επαγγελμάτων θα οδηγεί σε πρόστιμα ύψους 1500€, αλλά είναι άγνωστο τι θα συμβεί αν η υπαιτιότητα για την μη προμήθεια του τερματικού βαρύνει τις τράπεζες ή κάποιον άλλον προμηθευτή. Βραχυπρόθεσμα, θα πρέπει να διερευνηθεί η δυνατότητα παράτασης της υποχρεωτικότητας ως το τέλος του 2017.
  2. Οι δεσμεύσεις/ κατασχέσεις λογαριασμών οδηγούν τις επιχειρήσεις σε αντίστροφη επιλογή, δηλαδή, δημιουργείται κίνητρο διακράτησης χρήματος εκτός του επίσημου τραπεζικού τομέα, γεγονός που επιδρά αρνητικά στην καταθετική βάση,  στην χρηματοπιστωτική ευστάθεια, στα φορολογικά έσοδα και στην εξομάλυνση των οικονομικών σχέσεων στην αγορά. Συνέπεια των παραπάνω είναι να αποκτά στρεβλό συγκριτικό πλεονέκτημα η επιχείρηση, η οποία δεν έχει τραπεζικό λογαριασμό και έχει ελάχιστες συναλλαγές με τερματικά POS (αντίθετα με το διακηρυγμένο στόχο των φορολογικών αρχών).
  3. Οι χρεώσεις παραμένουν απαγορευτικές για ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων, καθώς υπερβαίνουν το 1%, ενώ σε αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστούν τα κόστη συντήρησης και προμήθειας του εξαρτήματος. Πρόκειται για μια σύγχρονη μορφή φόρου υπέρ τρίτων. Για την αντιμετώπιση του υψηλού κόστους για πελάτη και επιχείρηση, προτείνεται να δοθεί η δυνατότητα σε μικρές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν εναλλακτικά μηχανήματα που θα δέχονται φοροκάρτες ή άλλες μορφές πιστότητας και θα αποστέλλουν τα στοιχεία συναλλαγών απευθείας στη φορολογική αρχή.

Πρόταση για τον ακατάσχετο επιχειρηματικό λογαριασμό

Η ΓΣΕΒΕΕ θεωρεί πολύ σημαντική εξέλιξη τη μετάβαση στη νέα ψηφιακή εποχή με τη διάδοση των ηλεκτρονικών συναλλαγών σε επίπεδο B2C και B2B. Η υιοθέτηση των ηλεκτρονικών τιμολογίων  και η διάδοση της ηλεκτρονικής τραπεζικής θα αποτελέσει μια θετική εξέλιξη για το σύνολο της οικονομίας. Εκτός από τη δυνατότητα άμεσης πληροφόρησης των φορολογικών αρχών για τα έσοδα των επιχειρήσεων, υπάρχει η δυνατότητα διασταύρωσης οικονομικών στοιχείων και αποκάλυψης εισοδημάτων που διαφορετικά δε θα είχαν εισέλθει στο σύστημα. Επίσης, με τις ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές ενισχύεται η ευστάθεια του τραπεζικού συστήματος και δημιουργούνται προϋποθέσεις για την όσο το δυνατό αμεσότερη άρση των capital controls, την επαναφορά της ρευστότητας και τη βελτίωση της ψυχολογίας της αγοράς.  Τέλος, δίνεται μια σημαντική ώθηση στις νέες προοπτικές που μπορούν να διανοίξουν στο ηλεκτρονικό εμπόριο ακόμη για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες θα μπορούν να αξιοποιήσουν  αποδοτικότερα και να προσελκύσουν  οικονομικότερα νέα πελατολόγια.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα όμως εντείνονται οι ενέργειες της φορολογικής διοίκησης που αποσκοπούν στην είσπραξη των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορολογουμένων, προφανώς με στόχο την εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών στόχων και των προαπαιτούμενων του τρίτου προγράμματος. Σύμφωνα με δημοσιεύματα αλλά και στοιχεία που συλλέγουμε μέσω του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, σημειώνονται κατασχέσεις λογαριασμών ακόμη και για οφειλές χαμηλού ύψους.  Εκτός από την αβεβαιότητα που προκαλεί στην αγορά μια τέτοια ενέργεια, ουσιαστικά φαλκιδεύει το παραπάνω φιλόδοξο εγχείρημα της διάδοσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών ως όχημα αύξησης φορολογικών εσόδων, αποκάλυψης εισοδημάτων, μείωσης φοροδιαφυγής, προώθησης ηλεκτρονικού εμπορίου, ενίσχυσης τραπεζικής ευστάθειας, μείωσης διοικητικού κόστους για επιχειρήσεις και φορολογικές αρχές. Επιπρόσθετα, καθιστά την επιχείρηση όμηρο των πάσης φύσεως οφειλών, χωρίς καμιά δυνατότητα βελτίωσης της επιχειρηματικής της θέσης.

Είναι προφανές ότι τα έσοδα της επιχείρησης δεν αποτελούν καθαρά κέρδη, αλλά προορίζονται για να καλύπτουν σημαντικό μέρος των υποχρεώσεων: τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένων και εργοδότη, τρέχουσες οφειλές προς εφορία, μισθοδοσία, χρέη προς προμηθευτές, κόστος ενέργειας και μετακινήσεων, δανειακές υποχρεώσεις της εταιρείας, διάφορα άλλα τέλη. Η δέσμευση ενός λογαριασμού σημαίνει ότι απειλείται να κηρυχθεί οικονομίας αδυναμία κάλυψης ολόκληρης της αλυσίδας των υποχρεώσεων με προφανείς επιπτώσεις στην παραγωγή και στο εμπόριο. Πρόκειται για μια de facto κατάσταση κλεισίματος μιας επιχείρησης.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η ΓΣΕΒΕΕ υπογραμμίζει την ανάγκη θεσμοθέτησης ενός μοναδικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού (είτε σε μεταβατικό στάδιο 3 ετών, είτε με ποσοστό επί του τζίρου), ο οποίος θα εξυπηρετεί όλες τις οικονομικές λειτουργίες της επιχείρησης και του οποίου οι τεχνικές παραμετροποιήσεις δύνανται να υπόκεινται σε κάποια κριτήρια, όπως ο κύκλος εργασιών, το ύψος οφειλών κα.

ΑΛΛΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

ΘΕΜΑΤΑ ΑΡΧΗΣ- ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

  1. Καθιέρωση αφορολόγητου για έσοδα από επαγγελματική δραστηριότητα/ ισότιμη μεταχείριση των φορολογουμένων.
  2. Επέκταση της ισχύος του μέτρου της συλλογής αποδείξεων για όλα τα φυσικά πρόσωπα και τους επαγγελματίες/ επιτηδευματίες.
  3. Σταδιακή μείωση/ κατάργηση/ ενσωμάτωση τέλους επιτηδεύματος.
  4. Επίλυση του προβλήματος έγκαιρης αποπληρωμής υποχρεώσεων και ετεροχρονισμένης υποβολής των στοιχείων από τα τραπεζικά ιδρύματα στις φορολογικές αρχές. Το πρόβλημα αυτό δημιουργεί ένα σπιράλ αρνητικών εξελίξεων για την επιχείρηση που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε απώλεια ρύθμισης και κατάσχεση όλων των διαθέσιμων ποσών, με πιθανή την αναστολή λειτουργίας.
  5. Αύξηση του μέγιστου ύψους κύκλου εργασιών για τους μη υπόχρεους υποβολής ΦΠΑ. Εναλλακτικά, για κύκλους εργασιών έως 30,000€, ο επιτηδευματίας να τυγχάνει όμοιας μεταχείρισης όπως το φυσικό πρόσωπο- φορολογούμενος.
  6. Απελευθέρωση δυνατότητας μεταβίβασης ακινήτων/ λήψης πληρωμής από δημόσιο/ και από άλλες πράξεις είσπραξης και διατήρησης της φορολογικής ρύθμισης. Παρόμοια άμεση διαδικασία να ακολουθείται για τη διαδικασία επιστροφής φόρου.